3 ψάμμος


ψάμμος

η, ΝΜΑ, και ιων. τ. ψάμμη και δωρ. τ. ψάμμα και ως αρσ. ψάμμος, ὁ και αιολ. τ. ψόμμος, ὁ, Α
η άμμος
νεοελλ.
1. ιατρ. η αμμώδης υποστάθμη στα ούρα τών πασχόντων από ψαμμίαση
2. φρ. «ψάμμος τού εγκεφάλου»
ανατ. συγκρίματα με διαστάσεις κόκκων άμμου που βρίσκονται σε διάφορα τμήματα τού εγκεφάλου
αρχ.
1. στον πληθ. αἱ ψάμμοι
α) οι κόκκοι τής άμμου
β) μετάλλευμα που χρησιμοποιούσαν οι αλχημιστές
2. η έρημος τής Λιβύης
3. φρ. «ψάμμου ἄξιον»
μτφ. ανάξιο λόγου, τιποτένιο (Ευσ.)
3. παροιμ. α) «οἶδα δ' ἐγὼ ψάμμου τ' ἀριθμόν» και «ψάμμος ἀριθμὸν περιπέφευγε» — δηλώνει αναρίθμητο πλήθος
β) «ἐκ ψάμμου σχοινίον πλέκειν»
i) λεγόταν για ανάξιο λόγου πράγμα
ii) λεγόταν για εκείνους που ματαιοπονούν.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ψάμμος (< *ψάφ-μος πρβλ. γράφω: γράμμα) έχει συνδεθεί με το θ. ψᾰφ- τού ψῆφος* (πρβλ. ψᾰφ-αρός). Αν γίνει, ωστόσο, δεκτή η σύνδεση τού ψῆφος με την οικογένεια τού ψήω* / ψῆν, ο φωνηεντισμός -α- τών ψάμμος και ψαφαρός γεννά προβλήματα και οφείλεται πιθ. σε καινοτομία τής Ελληνικής. Η σύνδεση, εξάλλου, τών τ. με τη ρίζα τού ψήω* προϋποθέτει δασεία παρέκταση τού θ.: -bh- (πρβλ. λατ. sabulum «άμμο»). Από τις συνώνυμες αλλά διαφορετικής ετυμολ. λ. ψάμμος και ἄμαθος* έχουν σχηματιστεί αναλογικά οι τ. ἄμμος* και ψάμαθος*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ψάμμος — sand fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψάμμοι — ψάμμος sand fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψάμμοις — ψάμμος sand fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψάμμοισι — ψάμμος sand fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψάμμον — ψάμμος sand fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψάμμου — ψάμμος sand fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψάμμους — ψάμμος sand fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψάμμων — ψάμμος sand fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψάμμῳ — ψάμμος sand fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άμμος — Ιζηματογενής σχηματισμός που αποτελείται από θραύσματα ορυκτών με κύριο χαρακτηριστικό την έλλειψη συνοχής. Ο σχηματισμός της ά. οφείλεται στη διαβρωτική ενέργεια των θαλασσών, των ανέμων, των ποταμών και των παγετώνων. Η ά. ταξινομείται ανάλογα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.